Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Πλατεία Ελευθερίας: μία συνάντηση με την πρόσφατη ιστορία της Θεσσαλονίκης, Bίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη



και εδώ
Η αστική πλατεία είναι ένα τέχνημα πολιτισμού ταυτόχρονα αισθητικό και λειτουργικό. Αντανακλά τις γενικότερες αξίες και τον τρόπο ζωής της κοινωνίας της μαζί με τις πρακτικές ανάγκες. Εκφράζει συλλογικότητες και πρότυπα συμβίωσης των κατοίκων, υπομιμνήσκει γεγονότα ιστορικά που συνδέονται με την ιστορία της πόλης. Ο σχεδιασμός ή επανασχεδιασμός μιας πλατείας δεν είναι καθόλου εύκολο εγχείρημα για την πόλη μας αλλά και για τη χώρα μας γενικότερα, όπου η έννοια της πλατείας εμφανίζεται μετά το 1828 στην παλιά Ελλάδα και μετά το 1912 στη βόρεια, συνδεδεμένη ουσιαστικά με τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους.


Θα ξεκινήσω με δύο επισημάνσεις που πιστεύω πως συνιστούν κοινό τόπο:
1.      Η Θεσσαλονίκη δεν έχει μεγάλη παράδοση αστικών πλατειών, μόλις μετά το 1918: ως συνέπεια, οι πολίτες της δεν είχαν τις ευκαιρίες για να αναπτύξουν ανάλογα βιώματα, να καλλιεργήσουν κουλτούρα δημόσιου χώρου. Ας αναλογιστούμε πόσες πλατείες έχει η πόλη μας, πότε δημιουργήθηκαν και με ποιον τρόπο χρησιμοποιούνται –πολιορκημένες από τραπεζοκαθίσματα ή σταθμευμένα αυτοκίνητα.
2.     Συνακόλουθα, οι αρχιτέκτονες και γενικότερα οι σχετικοί φορείς δεν απέκτησαν μια στέρεα εμπεδωμένη εμπειρία σχεδιασμού του δημόσιου χώρου. Αυτό μας καθιστά ευάλωτους από αρχιτεκτονικούς συρμούς και μοντέλα που επινοήθηκαν αλλού ή υπηρετούν άλλες στοχεύσεις.
Το διπλό αυτό έλλειμμα γίνεται πιο πολύπλοκο εάν εισαγάγουμε στον σχεδιασμό τη διάσταση της δημόσιας τελετουργίας και της μνήμης, μια λειτουργία που η αστική πλατεία επιτελεί στον ευρωπαϊκό χώρο τους τελευταίους τουλάχιστον 6 αιώνες.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια ακόμη επισήμανση:
Η μνήμη και η Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και μέχρι το 1990, θα έλεγα, δεν είχαν τις καλύτερες σχέσεις. Ιστορικοί τόποι ζωής και δραστηριότητας που επιβίωναν επί αιώνες σαρώθηκαν από την ανοικοδόμηση, κτήρια σημαντικότερα ή ταπεινότερα εξαφανίστηκαν. Και βέβαια μαζί τους οι μνήμες που ενσωμάτωναν, συλλογικές και ατομικές. Και όταν ακόμη ο χώρος υπάρχει –η περίπτωση της πλατείας Ελευθερίας– η συνήθεια και η ρουτίνα εξασθενούν τη μνήμη. Περπατούμε πάνω στα ίχνη των προκατόχων μας παντού στο ιστορικό κέντρο: ωστόσο πόσο συχνά το αναλογιζόμαστε, και κυρίως τι υπάρχει για να μας το υπενθυμίζει;
Η Θεσσαλονίκη έχει να επιδείξει άφθονη γραπτή και εικονογραφική νοσταλγία, όμως το ζητούμενο είναι πώς αντιμετωπίζει τα σωζόμενα τεκμήρια της ιστορίας για να ενεργοποιήσει τη μνήμη των κατοίκων της και να εμπλουτίσει την ταυτότητά της.
Χαίρομαι που ο Δήμος ανέλαβε πρόσφατα, αν και προς το παρόν πιλοτικά, να κάνει το απλό και αυτονόητο που άλλες πόλεις έχουν υλοποιήσει από χρόνια: να αναρτήσει, δηλαδή, πληροφοριακές πινακίδες σε κτήρια και τόπους που επιβιώνουν στην πόλη. Ας αναφέρω μόνο το ιστορικό βιβλιοπωλείο Μόλχο, το οποίο δυστυχώς η πόλη δεν επιχείρησε καν να διασώσει από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις της αγοράς. Και επίσης χαίρομαι για τη διενέργεια του διαγωνισμού αυτού που επαναφέρει τη μνήμη στο κέντρο του σχεδιασμού. θα πρέπει όμως να επισημάνω τις ασάφειες και κυρίως τον μη ιεραρχημένο συνδυασμό μνημειακότητας και αναψυχής στο τεχνικό πρόγραμμά του.
Με αφετηρία αυτές τις επισημάνσεις θα μιλήσω για την πλατεία Ελευθερίας, με συγκριτικό τρόπο:
1         σε σχέση με την ευρωπαϊκή σχεδιαστική παράδοση,
2        ως προς την ιδιαίτερη ταυτότητά της και τη σημασία της για την πόλη.

Η ευρωπαϊκή πλατεία και ο συμβολισμός της

Από τον όψιμο μεσαίωνα, αλλά κυρίως μετά την Αναγέννηση, ο σχεδιασμός της πλατείας αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της νέας μορφής και αισθητικής της πόλης, ειδοποιό γνώρισμα των νέων κοινωνικών αξιών. Συνδέθηκε με τα καινούρια πρότυπα συλλογικότητας –τα ανερχόμενα αστικά στρώματα– και την εξουσία του κοσμικού ηγεμόνα. Η μνήμη κατείχε κεντρική θέση στον σχεδιασμό της: οι διασημότερες πλατείες, καλλιτεχνικά επιτεύγματα γνωστών αρχιτεκτόνων της κάθε εποχής, διαμορφώθηκαν ώστε να υπενθυμίζουν ένδοξες εποχές, πολεμικές νίκες, ή σημαντικά γεγονότα. Το μνημείο ήταν το κομβικό σημείο από το οποίο ξετυλίχθηκε ο σχεδιασμός του χώρου υποδοχής του, η πλατεία.
Ας θυμίσω, ενδεικτικά, την πλατεία του Καπιτωλίου στη Ρώμη, παραγγελία του πάπα Παύλου Γ’ στον Μιχαήλ Άγγελο το 1537, η οποία αποτέλεσε έκτοτε σχεδιαστικό πρότυπο. Ο καλλιτέχνης άλλαξε τη χάραξή της ώστε να στρέφει την πλάτη στο αρχαίο φόρουμ και να ανοίγεται προοπτικά προς το νέο χριστιανικό κέντρο –τον Άγιο Πέτρο, και αναμόρφωσε με αναγεννησιακές όψεις τα πλευρικά μεσαιωνικά παλάτσι. Ωστόσο, το ρωμαϊκό παρελθόν του Καπιτωλίνου Λόφου μνημονεύεται με το άγαλμα του Μάρκου Αυρηλίου στο κέντρο της πλατείας.
Στο Λονδίνο, η μικρή πλατεία ανάμεσα στην Monument Street και τη Fish Street Hill είναι αφιερωμένη στο Μνημείο της μεγάλης πυρκαγιάς του 1666 που κατέστρεψε το Σίτυ, σχεδιασμένο από τον Christopher Wren το 1671. Η Θεσσαλονίκη δεν αξιώθηκε με ανάλογο μνημείο.
Η παράδοση αυτή εμπλουτίστηκε στην περίοδο του Διαφωτισμού, του Εξωραϊσμού, αλλά και του Μοντερνισμού, όπου παρά τις ρευστές διαστάσεις των δημοσίων χώρων η σχέση με τη μνήμη εξακολούθησε να διαμορφώνει τον συμβολισμό των πλατειών: παράδειγμα, η κεντρική πλατεία της Σαντιγκάρ με το μνημείο του Απλωμένου Χεριού του Corbusier, αφιερωμένο στην Ειρήνη και τη Συμφιλίωση (1956).
Πιο πρόσφατα, ας θυμηθούμε την διάσημη πλατεία του Segrate που σχεδίασε ο Aldo Rossi το 1965, δημιουργώντας έναν δημόσιο χώρο πρόσφορο για σκέψη και περισυλλογή, οργανωμένο γύρω από το μνημείο για την Αντίσταση.

Η ιδιαίτερη ταυτότητά της Πλατείας και η σημασία της για την πόλη

Η πλατεία Ελευθερίας δεν έχει ούτε είχε ποτέ παρόμοια αισθητικά χαρακτηριστικά. Είναι μία από τις λιγοστές πλατείες του ιστορικού κέντρου, και σίγουρα η λιγότερο αντιληπτή ως τέτοια με την σημερινή μορφή του πάρκιν. Είναι όμως τόπος με ισχυρό μνημονικό φορτίο. Πρόκειται για την παλαιότερη πλατεία της πόλης –την πρώτη και μοναδική μέχρι το 1918. Τα τελευταία 140 χρόνια ιστορίας της Θεσσαλονίκης συμπυκνώνονται στον χώρο της, χωρίς όμως να γίνονται ορατά και καταληπτά από τους πολίτες.
Οι φάσεις δημιουργίας και εξέλιξης της πλατείας αφηγούνται την ιστορία της πόλης:
1η φάση 1870-1917: νεωτερική και κοσμοπολίτικη
Η πλατεία δημιουργήθηκε μετά την κατεδάφιση του παραθαλάσσιου τείχους το 1870, και τη κατασκευή της προκυμαίας (Λεωφόρο Νίκης) που μαζί με τους νεότευκτους σιδηροδρόμους άνοιξαν την πόλη στην νέα εποχή. Ανάμεσα στα εισαγόμενα δυτικότροπα πολεοδομικά πρότυπα ήταν και η μικρή διεύρυνση πάνω στην προκυμαία, στην καρδιά της νέας εμπορικής περιοχής, στην απόληξη του κεντρικού δρόμου της παραδοσιακής αγοράς (σημερινή οδός Βενιζέλου). Αν και ο τίτλος ‘πλατεία’ είναι καταχρηστικός για το μέγεθός της –μετά βίας 20 Χ 50 μ., το 1/12 της σημερινής– η εμφάνισή της σηματοδοτεί την εισαγωγή της δυτικής έννοιας της πλατείας σε μιαν ανατολίτικη πόλη που ως τότε δεν διέθετε καθόλου δημόσιους χώρους συνάθροισης. Μετά την κατασκευή του τεχνητού λιμανιού (1904), προσέλκυσε ξενοδοχεία και εστιατόρια, ξένα ναυτιλιακά γραφεία και έγινε κέντρο της επιχειρηματικής ελίτ και τόπος αναψυχής για τους χιλιάδες στρατιώτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τον ατελή αυτό τύπο πλατείας συναντούμε μέσα στο ίδιο εκσυγχρονιστικό πλαίσιο σε μεγάλες οθωμανικές πόλεις-λιμάνια όπως η πλατείες του Καράκιοϊ στην Πόλη, του Κονακιού στη Σμύρνη ή του λιμανιού στη Βηρυτό. Τα χαρακτηριστικά τους είναι κοινά: το μικρό μέγεθος, η θέση τους πάνω στις νεόδμητες προκυμαίες και δίπλα στις εμπορικές περιοχές, και οι κοσμοπολίτικες δραστηριότητες που συγκεντρώνουν. Οι περισσότερες σχηματίστηκαν, όπως η δική μας, πάνω στα κατεδαφισμένα μεσαιωνικά τείχη που «κοιμούνται» στο υπέδαφός τους.
Στην επιφάνειά της, από το παλιότερο απόθεμα διασώζονται μόνο το κολοβωμένο από την πυρκαγιά πολυκατάστημα Στάιν (1908), καθώς και η μικρή μαρμάρινη εξέδρα του 1895 στην προκυμαία –κακοφορμισμένη σήμερα σαν σκάλα δολωμάτων.
Από τις άυλες μνήμες της, η πιο διακριτή είναι το όνομά με το οποίο η πλατεία είναι γνωστή μέχρι σήμερα, που το οφείλει στην πρώτη δημόσια εκδήλωση πριν την απελευθέρωση –τον εορτασμό για την επαναφορά του οθωμανικού συντάγματος το 1908, που ευαγγελιζόταν την ισοπολιτεία και χειραφέτηση των μειονοτήτων στα Βαλκάνια, αν και η κατάληξή του ως γνωστόν υπήρξε πολύ διαφορετική.

2η φάση 1918-1950: με φιλόδοξη αφετηρία και ζοφερή κατάληξη
Με τον ανασχεδιασμό της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917, στη θέση αυτή προβλεπόταν η ανέγερση δύο σημαντικών κτηρίων: του Ταχυδρομικού Μεγάρου σε οικόπεδο που καταλάμβανε την επιφάνεια της σημερινής πλατείας Ελευθερίας και του Χρηματιστηρίου & Εμπορικού Επιμελητηρίου στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Μπροστά τους σχεδιάστηκε μικρή κυκλοφοριακή διεύρυνση της Λεωφόρου Νίκης, η οποία επρόκειτο να διαπλατυνθεί προς τη θάλασσα. Περιβαλλόταν από τη νέα λειτουργική οργάνωση: δυτικά το χονδρεμπόριο, βόρεια τις τράπεζες, ανατολικά τα μεγάλα ξενοδοχεία και καταστήματα. Παρ’ ότι η ανέγερσή του Ταχυδρομείου ματαιώθηκε (όπως και του Χρηματιστηρίου), ο γύρω χώρος σταδιακά πλαισιώθηκε από τα νέα κτήρια τραπεζών και ιδιωτικές οικοδομές –κάποιες επιβιώνουν ως σήμερα. Το αδόμητο οικόπεδο παρέμεινε κενός χώρος για τα επόμενα χρόνια και φορτίστηκε με νέες κοινωνικές – πολιτικές μνήμες : Γέμισε με πρόσφυγες που έφερναν τα πλοία στο λιμάνι ή που αναζητούσαν δουλειά στις αγορές. Συγκέντρωσε διαδηλώσεις όπως εκείνη των απεργών εργατών τον Μάιο του 1936.
Η πιο ισχυρή μνήμη, που για πρώτη φορά τίμησε ο Δήμος στη φετινή επέτειο του Ολοκαυτώματος, αναφέρεται στη συγκέντρωση και τον δημόσιο εξευτελισμό 9.000 θεσσαλονικιών Εβραίων από τους Γερμανούς το 1942, πριν τη λεγόμενη ‘τελική λύση’ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η απώλεια των 55.000 Εβραίων συμπολιτών, 1/5 του πληθυσμού, έπληξε βαριά τον πολιτισμό και τη δυναμική της πόλης. Κι όμως η τραγική μνήμη για χρόνια απωθήθηκε συστηματικά από τους παλαιότερους και αγνοείται σχεδόν παντελώς από τους νεώτερους. Πρόκειται για τη σημαντικότερη μνήμη όλων των ιστορικών φάσεων του τόπου αυτού, η οποία από μόνη της καθιστά την πλατεία μνημείο της πόλης. Tο σημερινό μικρό μνημείο, σχεδόν χαμένο ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ελάχιστα ανταποκρίνεται στον σκοπό αυτό.

3η φάση μεταπολεμική: μια απαξιωμένη και υποβαθμισμένη πλατεία
Το οικόπεδο παρέμεινε κενό στα μεταπολεμικά χρόνια, οπότε η Θεσσαλονίκη γνώρισε το άγριο πρόσωπο της αστικοποίησης που αποστρεφόταν το παρελθόν και εξόντωσε την ιστορία της: Η οδός Τσιμισκή διανοίχθηκε στο σημείο εκείνο μετά το 1955, κατεδαφίζοντας τμήμα των Λαδάδικων που έχασαν τη ζωντάνια τους. Η αύξηση του ιδιωτικού αυτοκινήτου έκανε επιτακτική την εξασφάλιση χώρων στάθμευσης και το αδόμητο οικόπεδο διατέθηκε γι’ αυτό. Το παράδοξο είναι ότι αγοράστηκε από τον Δήμο και θεσμοθετήθηκε ως χώρος πλατείας, για να χρησιμοποιηθεί από το 1965 ως ο πρώτος χώρος στάθμευσης στην πόλη!
Την απαξίωση ολοκλήρωσε η ανέγερση των πολυώροφων πλευρικών πολυκατοικιών, που αντικατέστησαν τις μεσοπολεμικές οικοδομές. Η κατασκευή της νέας παραλίας από το 1953 συνέτεινε στη μεταφορά της παραδοσιακής βόλτας ανατολικά, αφήνοντας την πλατεία Ελευθερίας εκτός προορισμού. Για αρκετά χρόνια, κατά τις συχνές επισκέψεις του νατοϊκού στόλου (μετά το 1952) πολλαπλά μπαρ συνωστίζονταν στα ισόγεια των οικοδομών, δίπλα σε ταξιδιωτικά γραφεία, ενώ έως το 1995 εκκρεμούσε η απειλή της ανούσιας διάνοιξης της οδού Μητροπόλεως μέσα στα Λαδάδικα. Πρόκειται για τον πιο άδοξο κύκλο της ζωής της και μάλιστα ως πλατείας.
Ωστόσο, οι ποιότητες που μπορούν να την αναβαθμίσουν είναι εκεί παρά την άψυχη γεωμετρία της πλατείας: οι σταθερές τοπολογικές σχέσεις της με τις λειτουργίες της πόλης, το λιμάνι και τις αγορές, τα περιβάλλοντα ιστορικά κτίσματα, τα θαμμένα ίχνη του τείχους, οι ποικίλες μνήμες της, με εξέχουσα εκείνη του Ολοκαυτώματος, την καθιστούν μια ξεχωριστή πλατεία μνήμης και δημόσιας τελετουργίας, που η Θεσσαλονίκη όφειλε χρόνια τώρα να αποκαταστήσει ως χρέος απέναντι στην πολύπαθη εβραϊκή της κοινότητα για να αναδείξει την ιστορική της ταυτότητά της.
Αυτό σημαίνει ότι η ανάδειξή της ιστορίας οφείλει να επικεντρωθεί με σαφήνεια στην κυρίαρχη μνήμη που αντιπροσωπεύει η πλατεία αυτή για την πόλη, υποτάσσοντας τις λοιπές υλικές και άυλες μνήμες με υπαινικτικό τρόπο στον σχεδιασμό της.
Είναι κρίσιμο για τον πολιτισμό της πόλης η ανάπλαση της πλατείας Ελευθερίας να οργανωθεί γύρω από το κεντρικό αυτό θέμα, ιεραρχώντας τα καίρια και μοναδικά, και αποφεύγοντας τους λίγο-απ’-όλα συμβολισμούς που κατέληξαν στην αλλοίωση του χαρακτήρα άλλων ιστορικών πλατειών, όπως για παράδειγμα της πλατείας του Κονακιού της Σμύρνης. Και να ακολουθήσει θετικά παραδείγματα, όπως αυτό του «Κήπου της Συγνώμης», στην τραυματισμένη από τον μακρύ εμφύλιο Βηρυτό, ο οποίος προσφέρει έναν δημόσιο χώρο διάστικτο με μνημεία ιστορικών εποχών –φοινικικών, ρωμαϊκών και οθωμανικών– και πλαισιωμένο από λατρευτικούς χώρους όλων των δογμάτων, ως τόπο διατήρησης της μνήμης, παρηγοριάς, συμπόνιας και συγνώμης.

H Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου